Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Θεωρία του Πολέμου


"Παραθέτω εδώ απόσπασμα από το βιβλίο του Κονδύλη Θεωρία του Πολέμου στο αναφέρομαι και σε άλλες σελίδες. Σε άλλες σελίδες παραθέτω επίσης αρθρογραφία από την άγρια και επιστημονικά άθλια κριτική που του έγινε το 1998. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ενώ τα καλά κείμενα αποτελούν μνημείο αληθείας και τίτλος τιμής για τον συγγραφέα τα προπαγανδιστικά κείμενα ιδεολογικοπολιτικής σκοπιμότητας είναι εφήμερης σημασίας και βαρίδιο για τους δράστες."
 
Στη συγκαιρινή μας Τουρκία δεν υπάρχει η παραμικρή ή σοβαρή ένδειξη ότι τμήματα του λαού αποδοκιμάζουν με οποιονδήποτε τρόπο την εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων του, και ιδιαίτερα στο Αιγαίο και την Κύπρο, όλες οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο.
 
Δεν του είναι γνωστή καμία ομαδική διαμαρτυρία για την εκδίωξη του ελληνικού στοιχείου από την Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο, την Τένεδο, ούτε για τον εποικισμό της βορείου Κύπρου. Αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι κάθε Τούρκος μισεί κάθε Έλληνα, το ίδιο όπως και διόλου δεν μισεί προσωπικά κάθε Έλληνας τον κάθε Σκοπιανό όταν του αρνείται να ονομάζει το κράτος του «Μακεδονία».
 
Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, για αυτό και υποπίπτουν σε μια σοβαρή οφθαλμαπάτη όσοι μετά από μία εγκάρδια προσωπική επαφή ή μετά από μία κοινή μπουζουκοκατάνυξη με Τούρκους βγάζουν εσπευσμένα πολιτικά συμπεράσματα - χωρίς βέβαια να έχουν ποτέ αποσπάσει από τους συνομιλητές, συμπότες ή συμπαίκτες τους μία δεσμευτική δήλωση υπέρ μιας συγκεκριμένης ελληνικής και εναντίον μιας συγκεκριμένης τουρκικής θέσεως.
 
Η αρχή ότι «οι λαοί δεν έχουν να μοιράσουν τίποτε μεταξύ τους» αποτελεί εφεύρεση όχι των λαών, αλλά των διανοούμενων, γι' αυτό άλλωστε δεν αποσύρεται ποτέ, όσο κι αν την διαψεύδει η εμπειρία. Αντίθετα, η εμπειρία μεθερμηνεύεται κατάλληλα, έτσι ώστε να παραμένει αλώβητη η αρχή.
 


Η τιθάσευση της Τουρκίας μέσω της εντάξεως της στην «Ευρώπη» συνδέεται στενά με τις ελπίδες και τα σφάλματα της ελληνικής πολιτικής. Το πόσο φρούδες είναι οι ελπίδες το ομολογεί συνεχώς και άθελα της η ίδια η ελληνική πλευρά, όταν από τη μία μεριά ισχυρίζεται ότι η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» θα κάνει την Τουρκία «πολιτισμένο» και φιλειρηνικό κράτος, ενώ συνάμα από την άλλη είναι υποχρεωμένη να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι Ευρωπαίοι φορείς των «αξιών» τις μεταχειρίζονται πολύ επιλεκτικά και τις προσπερνούν με άνεση όποτε το κρίνουν συμφέρον, άρα η αποδοχή των «ευρωπαϊκών αξιών» δεν φαίνεται να βελτιώνει καθ' εαυτήν τα ήθη.
 
Τα σφάλματα, πάλι, προκύπτουν από μιαν κακή εκτίμηση της σημασίας της «Ευρώπης» για την ανερχόμενη Τουρκία. Επειδή η Ελλάδα, αδυνατώντας να σταθεί μοναχή στα πόδια της, περιμένει τα πλείστα ή τα πάντα από τους άλλους, τείνει εύλογα να προβάλλει τη δική της κατάσταση και διάθεση στην κατάσταση και διάθεση άλλων, νομίζοντας π.χ. ότι η «Ευρώπη» έχει για την Τουρκία την ίδια απόλυτη σημασία όσο για την Ελλάδα. Για την Ευρασιατική Τουρκία η Ευρώπη είναι μόνον ένα πεδίο δραστηριοτήτων ανάμεσα σε άλλα, ενώ για την Ελλάδα αποτελεί το μοναδικό, γιατί στα Βαλκάνια δεν μπορεί να παίξει ηγεμονικό ρόλο και αυτός βέβαια δεν επιτυγχάνεται επειδή δέκα μικρομεσαίοι κάνουν κέρδη στη Ρουμανία.
 
Η Τουρκία θα προσπαθήσει να προσαρμόσει την ΕΕ στις επιδιώξεις της, να κερδίσει τη μάζα.
 
Στο μελλοντικό πολυετές παζάρι - διελκυστίδα μεταξύ ΕΕ - Τουρκίας, η Ευρώπη δεν θα μπορεί να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Τουρκίας. 
 
Κατά πάσαν πιθανότητα τα σπασμένα του παζαριού θα τα πληρώσει η Ελλάδα. Γιατί τα ισχυρότερα μέλη της ΕΕ θα επιδιώκουν να κατευνάζουν την Τουρκία με ελληνικά έξοδα (Αιγαίο, Κύπρο, κλπ).
 
Αν αυτό πράγματι συμβεί τότε θα δούμε μια ακόμη από τις τραγικές εκείνες ειρωνείες, τις οποίες τόσο συνηθίζει η Ιστορία. Ενώ δηλαδή η Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας.
 
Η τουρκική επιρροή θα ασκείται στην Ελλάδα «μετριασμένη» μέσω ευρωπαϊκών και αμερικανικών αγωγών και τότε η Ελλάδα θα υποχρεωθεί να θεωρεί τις «παραχωρήσεις» και την ενδοτική πολιτική ως αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της (ποιος ασχολείται άλλωστε με ξεπερασμένους εθνικιστικούς απαβισμούς;).
 
Η λύση βέβαια για την εθνική βιωσιμότητα σε παραγωγική βάση αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπίζονται με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια. Το 1% του εθνικού εισοδήματος που προέρχεται από τον τουρισμό δεν είναι το ίδιο με το 1% που δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία.
 
Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, ενώ η στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική.
 
Η πορεία δορυφοροποιήσεως της Ελλάδος προς της Τουρκία μέσω του «ευρωπαϊκού» δρόμου της Τουρκίας είναι το εύγλωττο επιφαινόμενο μιας βαθύτερης ιστορικής κοπώσεως, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παραλύσεως. Η πορεία των πραγμάτων είναι αντικειμενικά τρομακτική και ψυχολογικά αφόρητη: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση.
Δυστυχώς οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν προβλήματα τέτοιας εκτάσεως και τέτοιου βάθους
 
Το ανωτέρω απόσπασμα είναι από την σελίδα του καθ. Παναγιώτη Ήφαιστου, όπως και ο προλογισμός. Η σελίδα πηγής : Π. Ήφαιστος 
 
 
***
 

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ ΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ του Παναγιώτη Κονδύλη.
Με τον παραπάνω τίτλο συμπεριλήφθηκε κεφάλαιο IX, ως επίμετρο, στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Π. Κονδύλη «Θεωρία του Πολέμου», εκδ. Θεμέλιο, 1997.

Την προδημοσίευση του δοκιμίου του Π. Κονδύλη
για τα ελληνοτουρκικά μπορείτε να διαβάσετε εδώ
 
Το κείμενο αυτό προκάλεσε τότε έντονη αντιπαράθεση μέσω των εφημερίδων, κυρίως στο ΒΗΜΑ από πλευράς Ριχάρδου Σωμερίτη, στον οποίο απάντησε επανηλλειμένως ο αείμνηστος Κονδύλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι γνωστός συντάκτης της ίδιας εφημερίδας έγραψε ένα σχόλιο σημειώνοντας ότι “εκείνο που κέρδισε ο Ρ. Σωμερίτης είναι να γραφεί στο βιβογραφικό του ότι κάποτε ασχολήθηκε μαζί του και ο Παναγιώτης Κονδύλης”.
Το δυστύχημα είναι ότι η αξία του Παναγιώτη Κονδύλη δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε στην Ελλάδα, όπως σε αντίθεση συνέβη στη Γερμανία όπου έζησε και διακρίθηκε. Βέβαια αυτό δεν αποτελεί πρωτοτυπία για την ελληνική πραγματικότητα. Από τους αρχαίους χρόνους εκείνοι που ξεχώριζαν ή διώκονταν ή αγνοούνταν… 
 
 
Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο εδώ: http://library.antibaro.gr/text/Kondylhs/_Kondylhs_.pdf
 
τα προηγούμενα είναι από την ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ    που έχει ως μότο την εξής φράση :
Οι παρωπίδες προσφέρουν ασφαλή προσανατολισμό!" (Παναγιώτης_Κονδύλης)

 
***
 
 
Σύντομο βιογραφικό : Ο Π. Κονδύλης (1943 - 1998), με σπουδές φιλοσοφίας και κλασικής φιλολογίας, συγγραφέας και  μεταφραστής, είναι - μαζί με λίγους άλλους, με πρώτους τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Νίκο Πουλαντζά - από τους σημαντικούς πολιτικούς στοχαστές που ανέδειξε η νεότερη Ελλάδα.  Έγραψε κυρίως στα γερμανικά και μετέφραζε ο ίδιος τα βιβλία του στα ελληνικά. Το έργο του τον τοποθετεί στη συνέχεια της παράδοσης των Θουκυδίδη, Νικολό Μακιαβέλι και Μαξ Βέμπερ.
Γεννήθηκε το 1943 στη Δούβρα του νομού Ηλείας, κοντά στην Ολυμπία. Σε ηλικία έξι ετών, η οικογένειά του μετοίκησε στην Κηφισιά της Αθήνας, όπου ο Κονδύλης πήγε στο σχολείο. Σπούδασε κλασική φιλολογία και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθώς και φιλοσοφία της μεσαιωνικής και σύγχρονης ιστορίας και πολιτικής επιστήμης στα Πανεπιστήμια της Φρανκφούρτης και της Χαϊδελβέργης. Το 1977 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα από το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης για την - υπό την επίβλεψη του Dieter Henrich - διδακτορική διατριβή του με τίτλο "Η Γένεση της διαλεκτικής: Μία ανάλυση της πνευματικής εξέλιξης των Holderlin, Schelling και Hegel έως το 1802"[2]. Η εργασία θεωρήθηκε πρωτοποριακή για την εποχή της καινοτόμα και ρηξικέλευθη ενώ συνάμα διαφώτισε την προϊστορία του μαρξισμού και των κοσμοθεωρητικών προϋποθέσεων της μαρξιστικής φιλοσοφίας της ιστορίας. Εξαιρετικοί Γερμανοί ιστορικοί όπως ο Werner Conze και ο Reinhart Koselleck υπήρξαν σημαντικές καθοδηγητικές επιρροές κατά την περίοδο διαμόρφωσης της σκέψης του στην Χαϊδελβέργη.
Το 1991 του απονεμήθηκε το μετάλλιο Γκαίτε ενώ ως αποδέκτης του Βραβείου Humboldt το 1994-1995 υπήρξε υπότροφος του Ινστιτούτου ανωτέρων σπουδών Βερολίνου.
Δεν ακολούθησε πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Παρά τον πρόωρο θάνατό του, το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο, στην Ελληνική και Γερμανική γλώσσα είναι τεράστιο. Οι απόψεις του για την φιλοσοφία, την κοινωνία και την πολιτική προκάλεσαν έντονες συζητήσεις, δημιούργησαν πιστούς οπαδούς και σκληρούς αντιπάλους.
 
 
 
 
 
 
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου